Νίκος Σμυρναίος: Όταν οι Γαλάτες πάρκαραν στου Γκύζη

Δεν έγιναν όλοι όσοι συμμετείχαν στις μαθητικές κινητοποιήσεις του ’90 και του ’91 πρωθυπουργοί. Ακόμη κι αν έμεναν στην Κυψέλη ή στου Γκύζη. Ο Νίκος Σμυρναίος διδάσκει πολιτική οικονομία, ιστορία και κοινωνιολογία των ΜΜΕ και του διαδικτύου στο πανεπιστήμιο της Τουλούζης και είναι ένα από τα πλέον φωτεινά ερευνητικά πνεύματα της εποχής μας..

Δείτε τα σημεία διανομής του περιοδικού εδώ και κατεβάστε το από εδώ. Διαβάστε και άλλα θέματα από το πρώτο τεύχος εδώ. 

Συνέντευξη στον Αποστόλη Καπαρουδάκη

Φωτογραφίες: Γωγώ Γαλανοπούλου

Αντικείμενο της δουλειάς του είναι η διδασκαλία και η έρευνα πάνω στην πολιτική οικονομία της δημόσιας σφαίρας. Η κριτική κατανόηση των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διανέμονται πόροι όπως ο δημόσιος λόγος, η επιρροή στην κοινή γνώμη και η δυνατότητα ελέγχου της πληροφορίας.

Οι Ευρωπαίοι διακρίνουν συχνά στα γραπτά του 43χρονου κυρίου απ’ του Γκύζη την ηχώ της ελληνικής διανόησης που γνώρισαν σε άλλες εποχές με τον Πουλαντζά και τον Καστοριάδη, ενώ πρόσφατα με το βιβλίο του «Το Ολιγοπώλιο του Διαδικτύου» ο Νίκος Σμυρναίος κατάφερε να δώσει απάντηση σε μερικές από τις πλέον αφελείς απορίες μας για το τι συμβαίνει σήμερα με το διαδίκτυο.

Όπως, παράδειγμα, γιατί το facebook και η Google με τον τρόπο τους λογοκρίνουν τις πληροφορίες σχετικά με την κάνναβη, μπλοκάρουν λογαριασμούς που έχουν να κάνουν με το φυτό και “κρύβουν” στις σχετικές αναζητήσεις ιστοσελίδες που παρέχουν πληροφορίες για αυτό.

Βέβαια στον πλανήτη των fake news παρασύρονται από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κυβερνήσεις και πρωθυπουργοί, μεταλλάσσονται κουλτούρες αιώνων σχετικά με το δημόσιο χώρο, τη δημοκρατία, τη συμμετοχή… η κάνναβη είναι το μόνο πρόβλημα;

Το βιβλίο του αποτελεί, εκτός των άλλων, έναν ασφαλή οδηγό πλοήγησης στην ιστορία του διαδικτύου, ανατρέπει μερικούς “αστικούς μύθους” γύρω από τη δημιουργία του και καταγράφει τους νόμους με τους οποίους λειτουργεί σήμερα ο παγκόσμιος ιστός. Ποιός θυμάται άραγε ότι το internet ξεκίνησε ως μια δημόσια επένδυση κι όχι ως μια “start up” ή ως μια επένδυση μιας εταιρείας σαν την Apple ή τη Microsoft;

Με τη μύτη μας κολλημένη στους υπολογιστές όλη μέρα, και “ενημερωμένοι από το Facebook”, ευαγγέλιο θα έπρεπε να το έχουμε το βιβλίο αυτό.

Στη συνομιλία μας όμως, δεν προσπάθησα να καταλάβω μόνο πως λειτουργεί το σημερινό διαδίκτυο… αλλά και πως το τρόλεϋ του Γκύζη, βρέθηκε να κάνει στάση στην Τουλούζη. Και στάση τη στάση, θυμηθήκαμε κι όσα συνέβησαν στη χώρα απ’ το ’90 ως σήμερα. Και δεν είναι και λίγα.

   

Όλα… Γκαφάμ

Γκαφάμ”, είπα όταν το πρωτοάκουσα, θα είναι λέξη που προκύπτει από την “ποδανά”, την ανάποδη εκφορά των συλλαβών μιας λέξης.”Μα Φακ” ίσως με παρήχηση του “γ”; Κύριος οίδε τι γλώσσα μιλάγανε οι Παναθηναϊκοί στου Γκύζη το ’90 και το ’91, τότε που κ. Σμυρναίος, ως μαθητής, συμμετείχε στο κύμα καταλήψεων κατά του νόμου Κοντογιαννόπουλου. “ Ήμουν μέλος της γραμματείας του συντονιστικού των καταλήψεων” λέει, “ήταν πολύ σημαντική πολιτική εμπειρία για εμένα, όπως και για πολλά παιδιά της γενιάς μου”.

GAFAM πάντως, για να μην ξεχνιόμαστε, καλείται το σύμπλεγμα των αυτοκρατόρων της πληροφόρησης και της επικοινωνίας. Προκύπτει από τα αρχικά τους: Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft, των εταιρειών που κατάφεραν εν ριπή οφθαλμού να ελέγξουν όχι μόνο έναν πακτωλό χρημάτων, αλλά και τα όσα αντιλαμβανόμαστε ως είδηση, γνώση, πραγματικότητα…

Έχει Θύρα 13 στην Τουλούζη;

Στο Γκύζη έβγαλα το δημοτικό και το λύκειο στο 46ο, το νεοκλασικό μεταξύ Ιπποκράτους και Ασκληπιού που μοιάζει με οτιδήποτε εκτός από σχολείο. Σαν έφηβος έκανα τις βόλτες μου στο κέντρο της πόλης: Πατήσια, Φωκίωνος Νέγρη, Γκύζη, Πανόρμου, Εξάρχεια, Μοναστηράκι, Ψυρρή… Οι περιοχές αυτές ήταν εντελώς διαφορετικές τότε. Όταν δούλευα στου Ψυρρή τα καλοκαίρια στις αρχές του ’90, εκτός από τους μάστορες και τις αποθήκες υπήρχε ένα κεμπαμπτζίδικο, μια ταβέρνα και το θρυλικό μπαρ Τάκη 13, τίποτα άλλο.

Που πας στο “τέλος της ιστορίας” χωρίς κόμμα;

Σε αντίθεση με άλλους πολιτικοποιημένους συνομήλικους μου δεν εντάχθηκα ποτέ σε κάποια οργάνωση ή κόμμα. Κινήθηκα πάντα στις παρυφές της αυτονομίας.

Ήταν μια εποχή κοσμογονικών αλλαγών με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, αλλαγών που υποτίθεται σηματοδοτούσαν το «τέλος της ιστορίας».

Στην Ελλάδα ζούσαμε τότε το τέλος της κυριαρχίας του παλιού ΠΑΣΟΚ με το βρώμικο ’89, την οικουμενική και η έλευση του θατσερικού νεοφιλελευθερισμού με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Απ’ το ’90 αναρωτιόμαστε: Το φίδι έκανε τ’ αυγό ή το αυγό το φίδι;

Τότε είχαμε και το Μακεδονικό και την ανάδυση της Χρυσής Αυγής. Χρειάστηκε πολύ προσπάθεια και έμπρακτος, δυναμικός, αντιφασισμός για να περιοριστεί το φαινόμενο της ανόδου του ναζισμού ακόμη και σε μέρη όπως η εξέδρα της Θύρας 13 στην οποία σύχναζα. Από εκείνη την εποχή στα κλάμπ των οπαδών του Παναθηναϊκού και ειδικότερα σε αυτό του Γκύζη δεχτήκαμε μετανάστες, Αλβανούς κυρίως, και οι φασίστες περιθωριοποιήθηκαν. Δυστυχώς αλλού δεν έγινε το ίδιο. Οι όροι της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα δεν έχουν αλλάξει τελικά και πολύ τα τελευταία 25 χρόνια…

Είχαμε τότε TV με παράθυρα και ΚΛΙΚ και Λεβέντη και ΤηλεΆστυ, όλα τα καλά!

Από την άποψη της μαζικής κουλτούρας, η δεκαετία του ’90 ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Η γενιά μου είχε το προνόμιο να ζήσει δύο επικοινωνιακές επαναστάσεις: την έλευση της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα το 1989-1990 και την έκρηξη του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας.

Ως έφηβοι τηλεθεατές, περάσαμε σχεδόν απευθείας από τα σοβιετικού τύπου δελτία ειδήσεων της μονοπωλιακής ΕΡΤ στα παράθυρα του Μαλέλη στο ΣΚΑΪ όπου σφάζονταν παλικάρια για χάρη της τηλεθέασης. Ζήσαμε καλτ μηντιακά φαινόμενα όπως το ΤηλεΆστυ του Καρατζαφέρη και το κανάλι 67 του Λεβέντη, τον οποίο ευτυχήσαμε να δούμε και στη Βουλή ως εκδίκηση της ιστορίας, ενώ εμείς στις καλές εποχές τον παίρναμε τηλέφωνο και παραγγέλναμε πίτσες! Αλλά επίσης το ΚΛΙΚ του Κωστόπουλου ως παρελκόμενο του αρχοντοχωριατισμού και ωχαδερφισμού της ευημερούσας ψαροκώσταινας.

Βέβαια η εποχή από μηντιακή άποψη χαρακτηρίστηκε κι από μια αίσθηση αυτοσχεδιασμού και σχετικής ελευθερίας που επέτρεψε να γίνουν κι ενδιαφέροντα πράγματα: το ελεύθερο ραδιόφωνο, περιοδικά όπως το Μετρό, ακόμα και τα πειρατικά τσοντοκάναλα που αψηφούσαν την ηθική υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας.

Ε, είχαμε και MTV, να τα λέμε κι αυτά!

Την ίδια στιγμή η έλευση του MTV και του βιντεοκλίπ δημιούργησε μια έκρηξη της νεανικής κουλτούρας και μουσικής. Τα σύνορα μεταξύ των διάφορων μουσικών «φυλών» έπεσαν: ίσως να ήμασταν η πρώτη γενιά που μπορούσε να αγαπά ταυτόχρονα Metallica, Nirvana, Blur, Beastie Boys και Chemical Brothers. Είχαμε επίσης την τύχη να ζήσουμε τα πρώτα ρέηβ και να γνωρίσουμε κάποια ανεπανάληπτα μαγαζιά όπως το Mad, το Άλσος, το Faz, το Soul και το Factory. Βέβαια, κυρίαρχη κουλτούρα την εποχή εκείνη ήταν η πίστα και το σκυλάδικο.

Aν τον Μάη του ’68 τον βλέπαμε σε livestream απ’ το κανάλι του Καστοριάδη;

Γνώρισα το διαδίκτυο το οποίο έμελλε να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, το 1997 στη Γαλλία. Εκεί βρέθηκα λόγω της αποτυχίας μου στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Εκτός από το ότι είχα εξασφαλισμένη στέγη και τροφή στο σπίτι μιας θείας μου και το ότι δεν υπήρχαν δίδακτρα στο γαλλικό πανεπιστήμιο, ένας επιπλέον λόγος που αποφάσισα να φύγω στη Γαλλία ήταν η γαλλική κουλτούρα και ιστορία. Ήθελα να ζήσω το επαναστατικό όνειρο του Μάη και να συνεχίσω την παράδοση Ελλήνων κριτικών διανοούμενων που διέπρεψαν στη Γαλλία όπως ο Καστοριάδης, ο Πουλαντζάς, ακόμη κι ο Πετρόπουλος, τους οποίους θαυμάζω.

Οι Γάλλοι τι καπνό φουμάρουν; σκέτο;

Η χρήση κάνναβης για μη θεραπευτικούς σκοπούς είναι κοινωνικά περισσότερο αποδεκτή από ότι στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι η κατανάλωση στη χώρα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Σε αυτό παίζει σίγουρα ρόλο και η ιδιαίτερη σχέση της Γαλλίας με το Μαρόκο που είναι και ο βασικός προμηθευτής. Παρ’ όλη την ανεκτικότητα όμως, όπως παντού, η καταπολέμηση των ναρκωτικών χρησιμοποιείται από την αστυνομία και τη δικαιοσύνη ως μέσο καταστολής των «επικίνδυνων πληθυσμών » και ιδιαίτερα των νέων βορειοαφρικάνικης καταγωγής που μένουν στις λαϊκές συνοικίες και ελέγχουν τη διακίνηση του «μαύρου».

Ο “αλγόριθμος του διαδικτύου” που είναι τόσο αμερόληπτος, γιατί λογοκρίνει πληροφορίες που αναφέρονται στην κάνναβη;

Μπορεί η λογοκρισία αυτή να πηγάζει από τη διάθεση των διαδικτυακών κολοσσών να συμπορευτούν μ’ αυτό που οι ίδιοι θεωρούν “κοινή γνώμη”. Μιας και από αυτήν βγάζουν χρήματα, προτιμούν να μην το ρισκάρουν. Προφανώς δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει την πιθανότητα να δέχονται πιέσεις και από κάποιους κορυφαίους πελάτες τους, όπως οι φαρμακευτικές εταιρείες για παράδειγμα. Ούτε ότι κάποια πολιτικά λόμπι μπορεί να ασκούν πιέσεις ώστε να καθυστερήσει η νομιμοποίηση της κάνναβης.

Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα της σημερινής λειτουργίας του διαδικτύου: Θεωρητικά αποφασίζει ένας “αμερόληπτος αλγόριθμος”, στην πράξη όμως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιδιαίτερα σοβαρό, πολιτικό κατά βάση, πρόβλημα.

Ψηφιακός καπιταλισμός; Γνωσιακός καπιταλισμός; Μια ιστορική πρωτοτυπία.

Υπάρχει ένας χαρακτηριστικός πίνακας που δείχνει τις 5 μεγαλύτερες εταιρίες με βάση τη χρηματιστηριακή τους αξία από την δεκαετία του 1990. Βλέπουμε ότι τη δεκαετία του ’90 μέχρι τα μέσα του 2000, οι 5 μεγαλύτερες εταιρίες ήταν πετρελαϊκές εταιρείες, ήταν φαρμακευτικές εταιρείες, ήταν τράπεζες, κάτι που αντιστοιχούσε και στο κυρίαρχο τότε καπιταλιστικό μοντέλο.

Σήμερα οι 5 μεγαλύτερες εταιρείες είναι με την σειρά: η Apple, η Google, η Amazon, η Microsoft και το Facebook. Αυτό σημαίνει ότι αυτές οι εταιρίες έχουν με κάποιο τρόπο δημιουργήσει ένα καινούριο μοντέλο και παράδειγμα του καπιταλισμού. Μπορούμε να το ονομάσουμε “ψηφιακό καπιταλισμό”, μπορούμε να το ονομάσουμε “γνωσιακό καπιταλισμό” αλλά, όπως και να το πούμε, είναι κάτι νέο.

Η Apple σήμερα έχει φτάσει ήδη σε χρηματιστηριακή αξία χίλιων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Είναι κάτι που δεν έχει συμβεί ξανά στην ιστορία. Τα ποσοστά κερδοφορίας των πλέον επιτυχημένων εταιρειών της Wall Street είναι κατά μέσο όρο 10%. Όμως η κερδοφορία των ολιγοπωλιακών παιχτών του διαδικτύου είναι σταθερά πάνω από 20%. Αυτό δείχνει χοντρικά και το οικονομικό μέγεθος αυτού του τομέα.

Επίσης οι GAFAM εισέρχονται και σε τομείς όπως οι μεταφορές, η υγεία κι η διανομή τροφίμων. Αυτό που κάνουν οι εταιρείες αυτές σε όλους τους τομείς, είναι μια λειτουργία κεντρική που εγώ τη λέω «πληροφοριακή μεσολάβηση». Ουσιαστικά δεν παράγουν προϊόντα, αλλά μεσολαβούν μεταξύ μιας προσφοράς και μιας ζήτησης.

Δείχνουν όμως όλα τόσο όμορφα στις διαφημίσεις της Microsoft

Oι εταιρίες αυτές έχουν ισχυρό μάρκετινγκ, περνάνε στο κοινό μια εικόνα πολύ θετική. Όμως η δραστηριότητά τους εγείρει σοβαρά πολιτικά θέματα γύρω από την λειτουργία του δημόσιου χώρου, αλλά και θέματα τα οποία συνδέονται με την γενικότερη εξέλιξη της κοινωνίας και της οικονομίας.

Κάτι τους ήρθε πολύ βολικό ώστε να γίνουν μονοπώλια…

Μονοπωλιακές τάσεις υπάρχουν στον καπιταλισμό παντού και από πάντα, αλλά ιδιαίτερα στην ψηφιακή οικονομία υπάρχουν και τεχνικά χαρακτηριστικά που ενισχύουν την ολιγοπωλιακή συγκέντρωση. Ένα απλό παράδειγμα είναι το «network effect»: Σύμφωνα με αυτό για καθεμία υπηρεσία που είναι σε δίκτυο, ας πούμε του κινητού τηλεφώνου, η χρησιμότητά της για κάθε ξεχωριστό χρήστη αυξάνεται όσο αυξάνεται ο αριθμός τον χρηστών. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον πρώτο χρήστη της τηλεφωνικής γραμμής όταν τη συνέδεσε ο Μπελ στην Αμερική. Ήταν, όλοι κι όλοι, ο Μπελ και άλλος ένας που μιλούσαν σε αυτή την τηλεφωνική γραμμή. Προφανώς όταν προστίθεται και ένας τρίτος και ένας τέταρτος, η χρησιμότητα της υπηρεσίας αυξάνεται. Αυτή την τάση οδηγεί σε μονοπώλιο.

Δηλαδή η χρησιμότητα είναι βέλτιστη, όταν υπάρχει μόνο ένας πάροχος της υπηρεσίας. Αυτό εξηγεί γιατί τόσες εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων χρησιμοποιούν το Facebook. Δεν είναι η ίδια η λειτουργία ή η ομορφιά του Facebook βασικές παράμετροι για την επιτυχία του, αλλά το γεγονός ότι όλοι βρίσκονται εκεί. Άρα αν κάποιος θέλει να επικοινωνήσει με τους άλλους, είναι κι αυτός αναγκασμένος να πάει εκεί.

Έχει ο νεοφιλελευθερισμός σελίδα στο Facebook να κάνω like;

Το γενικότερο πλαίσιο της απορρύθμισης της οικονομίας υπήρξε ο δεύτερος σημαντικός παράγοντας ώστε οι εταιρείες αυτές να αποκτήσουν τον έλεγχο της ψηφιακής μας ζωής. Από το 1990 στην Αμερική και από το 1995 στην Ευρώπη, επικράτησε πολιτικά η άποψη ότι δεν χρειάζεται καμία απολύτως ρύθμιση στον τομέα του διαδικτύου. Όταν, λοιπόν, μια εταιρία εισέρχεται σε μια αγορά που δεν υπάρχουν κανόνες, για παράδειγμα κανόνες για την εκμετάλλευση των προσωπικών μας δεδομένων, βρίσκει εκεί εύφορη γη για να χτίσει μια δομή ισχυρή, ολιγοπωλιακή.

Με ποιούς βγαίνουν για ποτάκι οι GAFAM;

Οι GAFAM έχουν μεγάλα τμήματα lobbying και τεράστια επιρροή σε κέντρα αποφάσεων, είτε αυτά είναι στην Ουάσιγκτον είτε στις Βρυξέλλες. Και ρίχνουν πάρα πολύ χρήμα με στόχο να ακυρώσουν κάθε είδους ρύθμιση της αγοράς. Και αυτό το έχουν καταφέρει σε πολλές περιπτώσεις. Έχουν τεράστια πολιτική επιρροή πλέον αυτές οι εταιρίες.

Η δημοσιογραφία φασώνεται με τη Google;

Σήμερα όλοι οι ενημερωτικοί οργανισμοί εξαρτώνται από τους κολοσσούς του διαδικτύου για την πρόσβαση στο κοινό τους. Επομένως είναι αναγκασμένοι να ακολουθούν τους κανόνες που επιβάλλουν αυτές οι εταιρείες.

Επίσης οι GAFAM έχουν αρχίσει να χρηματοδοτούν απευθείας δημοσιογραφικά εγχειρήματα και να εκπαιδεύουν δημοσιογράφους, υπάρχει δηλαδή μια συγχώνευση, μια σύμπλευση συμφερόντων των κυρίαρχων ΜΜΕ και των εταιρειών του διαδικτυακού ολιγοπωλίου, στην οποία σύμπλευση ο ισχυρός εταίρος είναι οι GAFAM και όχι τα ΜΜΕ. Προφανώς αυτό με τη σειρά του έχει επιδράσει και στο πως τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν αυτές τις εταιρείες και τη δράση τους, εάν δηλαδή τις αντιμετωπίζουν με έναν κριτικό τρόπο ή όχι.

Αν με κάθε είδηση, δίναμε δώρο ένα burger;

Πλέον αυτές οι εταιρείες προσπαθούν να υποκαταστήσουν και τις δημόσιες υπηρεσίες. Για παράδειγμα στην Γαλλία σήμερα, η Google προσφέρει δωρεάν εκμάθηση ψηφιακών τεχνολογιών σε χιλιάδες μαθητές και φοιτητές, κάνει συνεργασίες με πανεπιστήμια κλπ… Είναι σαφές ότι αν η Google μας εκπαιδεύει σε ψηφιακά ζητήματα, είναι το ίδιο σαν η McDonalds να μπαίνει στα σχολεία και να μας εκπαιδεύει σε διατροφικά ζητήματα. Φανταστείτε να μας λέει η McDonalds τι είναι καλό να τρώμε! Άρα λοιπόν υπάρχει πλέον κι ένας ολόκληρος μηχανισμός πολιτικής χροιάς, όχι απλά οικονομικής, που στόχο έχει την αύξηση επιρροής των GAFAM και τη διατήρηση των κεκτημένων του ολιγοπωλίου τους.

Το ολιγοπώλιο στην πληροφόρηση δεν είναι νέο πράγμα. Υπήρξε και η Πράβντα βρε αδερφέ…

Προτιμώ την τωρινή κατάσταση από την κατάσταση του 1990 στην οποία μεγάλωσα ως έφηβος, με τα 5 κανάλια και τις 10 εφημερίδες που ουσιαστικά είχαν κι αυτές ένα ολιγοπώλιο πάνω στην πληροφόρηση. Tο διαδίκτυο προσφέρει πάρα πολλές δυνατότητες ενημέρωσης, πολιτικοποίησης, χειραφέτησης, που δεν είχαμε στο παρελθόν. Χρειάζεται όμως κριτική προσέγγισή του. Σήμερα έχουμε ουσιαστικά δυο μεγάλες εταιρίες, τη Google και τη Facebook, που μαζί και με όλες τις άλλες εταιρίες που τους ανήκουν, ελέγχουν την παγκόσμια ροή της πληροφορίας και την ενημέρωση δισεκατομμυρίων χρηστών.

Αυτοί αποφασίζουν σε ποια πληροφορία θα έχουμε πρόσβαση εμείς. Δεν πάει κάποιος πλέον (ή τέλος πάντων πάει πολύ σπάνια) σε μια διεύθυνση στο διαδίκτυο για να βρει ένα συγκεκριμένο site για να ενημερωθεί. Συνήθως θα βρει μια πληροφορία είτε ψάχνοντας στο Google, είτε μέσω ενός link που θα βρει στα social media. Εκεί όλα φιλτράρονται από αλγορίθμους, ο στόχος των οποίων είναι να αυξάνονται όσο γίνεται τα διαφημιστικά έσοδα. Ο αλγόριθμος θα προωθήσει πληροφορίες που δημιουργούν τζίρο για την εταιρία. Από εκεί ξεκινά και το πρόβλημα τον «fake news», της παραπληροφόρησης. Είναι καταρχάς ένα εμπορικό διακύβευμα, πάρα ένα πολιτικό.

Ο Γκέμπελς ήτανε γατάκι !

Το να είμαστε έκπληκτοι από το ότι χρησιμοποιείται το Facebook ως μηχανή προπαγάνδας είναι μάλλον αφελές, γιατί αυτή ακριβώς είναι η βασική του λειτουργία. Απλά η προπαγάνδα ήταν εμπορική και εν προκειμένω έγινε και πολιτική με εμπορικούς στόχους. Και αυτό είναι που διαφοροποιεί αυτό το ολιγοπώλιο από τα ολιγοπώλια του παρελθόντος, όπως ήταν το πετρελαϊκό, η αυτοκινητοβιομηχανία, το τραπεζικό, γιατί σε αυτό υπάρχει και μια πολιτική λειτουργία η οποία είναι η διανομή και η πρόσβαση στην πληροφορία.

Στεναχωρούν τα fake news, αλλά ποιός πιστεύει και τους δημοσιογράφους…

Καταρχάς πρέπει να δούμε ποιοι είναι οι λόγοι που κάνουν έναν άνθρωπο να κάνει κλικ σε ένα περιεχόμενο που παραπληροφορεί. Όλες οι εμπειρικές επιστημονικές μελέτες μάς λένε ότι ο βασικός λόγος είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στα κυρίαρχα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα τα παραδείγματα από το πως τα επίσημα ΜΜΕ παραπληροφορούν κατά συρροή εδώ και χρόνια είναι μυριάδες. Λοιπόν, αν δεν διορθωθεί αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ και την επαγγελματική δημοσιογραφία, οι πολίτες θα συνεχίσουν να λένε «μας κρύβουνε την αλήθεια», «μας λένε ψέματα», «άρα μια εναλλακτική αλήθεια ίσως και να είναι πραγματική», και δε θα καταπολεμήσουμε τα «fake news» με επάρκεια.

Άρα, προτού ασχοληθούμε με την καταπολέμηση τον «fake news», πρέπει να δούμε πως μπορούμε να κάνουμε κάτι υγιές στην δημόσια σφαίρα, πως να στηρίξουμε την ποιοτική δημοσιογραφία ώστε να μειωθεί αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού, άρα και οι λόγοι που το ωθούν στην παραπληροφόρηση.

Τώρα δεν είναι η εποχή που θα βάζαμε τα ρομπότ να κάνουν όλες τις δουλειές κι εμείς θα τρέχαμε γυμνοί στα λιβάδια;

Αυτό που κάνει η ψηφιακή τεχνολογία είναι να μηδενίζει τα κόστη συναλλαγής για να την κάνει πιο συμφέρουσα οικονομικά. Αυτό από μόνο του είναι θετικό: Τα ψηφιακά εργαλεία μας βοηθούν να δουλεύουμε λιγότερο, κάτι που θεωρητικά είναι καλό. Το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός. Γιατί όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο πλαίσιό του και την υπεράξια δεν την παίρνει η κοινωνία, την παίρνει ο καπιταλιστής. Πάλι, δηλαδή, για κάθε ανάλυση που μπορεί να γίνει για την αυτοματοποίηση, για τα ρομπότ, για τον ρόλο τον ψηφιακών τεχνολογιών στην παραγωγή, πρέπει να τεθεί το ερώτημα μέσα σε ποια πολιτική οικονομία πραγματοποιείται αυτή “η πρόοδος”. Ποιος είναι ο στόχος μιας κοινωνίας; Γιατί αύριο να μην δουλεύουμε 4 ώρες αντί για 8 αν κερδίζουμε σε αποτελεσματικότητα; Το πρόβλημα είναι ότι τα κέρδη στην πραγματικότητα δεν γυρίζουν στην κοινωνία. Πάλι δηλαδή πέφτουμε σε ένα πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι απλά ένα “τεχνολογικό ζήτημα”.

Δηλαδή τέλειωσε, χάσαμε; Κερδίσαν οι κακοί; Το δίκτυο εάλω;

Το μεγάλο στοίχημα του μέλλοντος είναι ανοικτό. Εγώ είμαι σαφώς είμαι υπέρ των εναλλακτικών τεχνολογιών: για παράδειγμα το ελεύθερο λογισμικό, το blockchain, συνεργατικά ή συμμετοχικά μοντέλα όπως η Wikipedia. Δηλαδή μοντέλα παραγωγής και διανομής πληροφορίας τα οποία έχουν μια πιο αποκεντρωμένη λογική και δε θέτουν ως πρώτο στόχο τους το κέρδος. Είναι δημόσια αγαθά. Η ανάπτυξη αυτών των εναλλακτικών είναι κάτι πολύ κρίσιμη και εδώ έχει έναν ρόλο να παίξει το κράτος, η δημόσια επένδυση και ρύθμιση για να διευκολύνει τέτοιες πρωτοβουλίες. Από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν θα καταπιαστεί άμεσα με τη χρήση του ελεύθερου λογισμικού. Άρα, δεν πρέπει να αφήνουμε εντελώς τις GAFAM έξω από κάθε ρύθμιση ή τελοσπάντων έξω από κάθε προσπάθεια δημοκρατικού ελέγχου.

Να καταργήσουμε το Facebook με έναν νόμο; με ένα άρθρο;

Το πρόβλημα είναι πώς γίνεται η παρέμβαση του κράτους και με ποιες προϋποθέσεις. Εγώ είμαι αρκετά επιφυλακτικός στην παραδοσιακή κρατική ρύθμιση και παρέμβαση, γιατί πολλές φορές οι κυβερνήσεις και τα κράτη δεν έχουν και τις καλύτερες των προθέσεων. Δηλαδή αν την ρύθμιση την κάνει ο Τrump ή ο Μacron, προφανώς δε θα είναι για καλό . Θα πρέπει να αναζητήσουμε και μοντέλα ρύθμισης ή μοντέλα πολιτικής που προέρχονται από την ίδια την αυτο-οργάνωση τον χρηστών, των πολιτών και όχι μόνο από πρωτοβουλία του δημόσιου φορέα.

Ο δημόσιος φορέας μπορεί να έχει έναν ρόλο στο να επιβάλει την ανάγκη της ρύθμισης. Αλλά η ρύθμιση θα πρέπει καθώς δημιουργείται να είναι προϊόν μιας πιο ανοικτής συμμετοχικής διαδικασίας. Και βέβαια αφού μιλάμε και για το διαδίκτυο, εκεί υπάρχουν και τα κατάλληλα εργαλεία για να γίνουν τέτοιου είδους διαδικασίες.

Σαν Μαρξιστής ακούγεστε κύριε Σμυρναίε! Τι να πω, κι είστε και νέος άνθρωπος…

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού και η μαρξιανή παράδοση είναι πολύτιμα εργαλεία για να κατανοήσουμε τα επίδικα της εποχής μας. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι η εμπορική τηλεόραση λειτουργεί με απώτερο στόχο την τηλεθέαση την οποία και μεταπωλεί στους διαφημιστές προήλθε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από τον Ντάλας Σμάιθ, έναν Καναδό μαρξιστή διανοούμενο. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η ανάλυση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα για να κατανοήσουμε πως λειτουργεί το Facebook και η Google. Από θεωρητική άποψη προσπαθώ να προσαρμόσω τα μαρξιστικής προέλευσης εργαλεία ανάλυσης του καπιταλισμού στο πεδίο της ψηφιακής επικοινωνίας.

Ως πανεπιστημιακός και διανοούμενος, προσπαθώ όσο γίνεται να συμμετέχω στο δημόσιο πολιτικό διάλογο και να διαθέτω κάποια θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία που έχω στην υπηρεσία του κοινωνικού κινήματος. Αυτό έκανα και με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων το οποίο για μένα είναι από τα σημαντικότερα που έχουν λάβει χώρα στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες και επιβεβαιώνει ότι η επαναστατικότητα είναι δεύτερη φύση των Γαλατών.

Πολλά είπαμε. Φτάνει. Σας ευχαριστούμε!

Δε σταματήσατε να ρωτάτε. Σας ευχαριστώ κι εγώ!

You May Say…

Καλή επιτυχία!