Το λαϊκό τραγούδι «είναι πάντα της μόδας» γιατί ο κόσμος χαίρεται να το ακούει.  Περίεργο βέβαια, διότι ουσιαστικά παραμένει εξόριστο, όπως εν γένει η ιδέα του όποιου «λαϊκού». Είναι όμως trendy και ως subculture, με τους μυστικούς κώδικές της να τους κατέχουν ειδήμονες δημοσιογράφοι.

[Κείμενο: Μενέλαος Αριστόπουλος. Από το τρίτο τεύχος του You May Say…]

Έχουμε λοιπόν αυτούς τους μετα-λαϊκούς ψαγμένους «βιωματικούς» αναλυτές του, «τους περιθώριους» γνώστες του, που στο υπόγειο σκυλάδικο σκοντάφτει το σκαρπίνι τους στα πλακάκια και χάνει η ορχήστρα το μέτρο απ’ τα πνιχτά γέλια. Έχουμε και τους βιβλιοθηκονόμους μελετητές του, που απαγγέλλουν σαν την προπαίδεια χρονολογίες γέννησης ερμηνευτών και ετικέτες δισκογραφικών εταιρειών που χάθηκαν οριστικά το ‘50 και το ‘60.  Έχουμε απ’ όλα τέλος πάντων, τίποτα δε μας λείπει αν επιθυμούμε να μιλήσουμε για το λαϊκό τραγούδι. Όλο όμως κάτι μας ενοχλεί, αλλά δεν το πιάνει η φάκα.

Τα ποιήματα και τα κείμενα του Νίκου Μητρογιαννόπουλου είναι ιστορίες και σκέψεις κάποιου που «έχει κολλήσει» στο κεφάλι του το ρεφρέν ενός τραγουδιού και τον βασανίζει αφόρητα. Είναι στιγμιότυπα από ζωές που έλαβαν χώρα υπό την επήρεια μιας μελωδίας, που κόλλησε σαν τσίχλα στο παντελόνι. Κάποιες ιστορίες θολές, κάποιες σκοτεινές, κάποιες σαν προάγγελος αυτού που θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Εκεί όμως τρακάρεις άσχημα με ένα άλλο στιγμιότυπο, μια άλλη ιστορία, εκεί υπάρχει η ταλαιπωρία από τον απόηχο ενός άλλου ταξιμιού. Τα συναισθήματα είναι σαν να κρύβονται πίσω από τις γραμμές. Έως ότου αντιληφθείς ότι αδίκως ψάχνεις, είναι τόση ώρα μπροστά σου, σε πρώτο πλάνο, στο πάλκο. Κι εσύ πιάστηκες κορόιδο που βάλθηκες να αναλύεις. Αρκεί να διαβάσεις με τη μέθοδο που ακούς ένα τραγούδι. Δηλαδή χωρίς μέθοδο.

«Ο Νίκος Μητρογιαννόπουλος» όπως λέει ο ίδιος… «ζει και εργάζεται. Όταν δεν συμβαίνει κάτι από τα δύο, γράφει. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τα βιβλία “Τσιμέντο να γίνει” (2014)και “Νησάκι, 1984 ταξίμι” (2016). Στην εργογραφία του συμπεριλαμβάνει εξίσου κάποιες νύχτες σε πανηγύρια και σε λαϊκά κέντρα διασκεδάσεως. Τα τελευταία χρόνια ονειρεύεται μαρκίζες με φωτεινές επιγραφές»… Όπως λένε οι άλλοι, είναι εκπαιδευτικός, είναι blogger, έχει δημιουργήσει σειρές ραδιοφωνικών εκπομπών και το μοναδικό στη χώρα “Αρχείο των Ανωνύμων” με ταινιάκια και φωτογραφίες, των οποίων οι δημιουργοί παραμένουν άγνωστοι -έναν θεσμό που διεθνώς κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται, να συγκινούνται και να προβληματίζονται, εδώ όμως παραμένει «κάτι περίεργο».

Το Μέγα Λαϊκό κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα και το εξώφυλλό του στολίζει ένας πίνακας του Κώστα Ριτσώνη. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους δε στοχεύουν να εκπονήσουν διδακτορική διατριβή για το λαϊκό τραγούδι αλλά να τους πάρει ο αέρας του.

Μενέλαος Αριστόπουλος